Τα Αριστερά Σχήματα φιλοδοξούν να αποτελέσουν ένα χώρο αναφοράς, δράσης και διαλόγου όλων εκείνων που στριμώχνονται αλλά δεν βολεύονται, δεν λυγίζουν, δεν παύουν να αγωνίζονται. Είμαστε με την αριστερά και θέλουμε να την κάνουμε χρήσιμη και αποτελεσματική.
Ο Ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Διαδικασία της Μπολόνια, (Φεβρουάριος 2002) Εκτύπωση E-mail

Η ελληνική εκδοχή της αναδιάρθρωσης στην εκπαίδευση δεν μπορεί να εξηγηθεί στοιχειωδώς αν δεν τοποθετηθεί στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού καταναγκασμού της χώρας. Η εκπαίδευση, όπως αντίστοιχα και άλλοι τομείς της κοινωνικής και οικονομικής ζωής βρίσκονται στο στόχο του ευρωπαϊκού διευθυντηρίου για πάνω από μια δεκαετία. Από τη Magna Charta Universitatum (1988), στη Λευκή Βίβλο για την εκπαίδευση και την κατάρτιση (1992), και από τη διακήρυξη της Σορβόννης (Μάης 1998) και τη διακήρυξη της Μπολόνια (Ιούνιος 1999), στη σύνοδο στην Πράγα (Μάιος 2001), η ιστορία της πανευρωπαϊκής εκπαιδευτικής σύγκλισης έχει πολλά να διδάξει για το ρόλο, το χαραχτήρα, και τους «ευγενείς σκοπούς» της αναδιαρθρωτικής πορείας. Πολλές φορές είναι και αποκαλυπτική για το εύρος και την ποιότητα της εξάρτησης και της υποτέλειας, με την οποία η -κατά τα άλλα «ισχυρή Ελλάδα»- στέκεται απέναντι στα ευρωπαϊκά αφεντικά.

Ο ευρωπαϊσμός της άρχουσας τάξης, των αστικών κομμάτων και της κυβέρνησης βρίσκεται στο απόγειό του. Η εξάρτηση και η υποτέλεια εκδηλώνονται σε κάθε στιγμή, φανερώνονται πίσω από κάθε νόμο και διάταξη, ξεπροβάλουν από κάθε μικρή ή μεγάλη κίνηση του Υπουργείου Παιδείας, εξηγούν κόντρες και «κόντρες», φωτίζουν τα δυσνόητα σημεία. Ο χαρακτήρας της ελληνικής εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης είναι κύρια ευρωπαϊκός παρά εθνικός, κι όσο προχωράμε στην ΟΝΕ και υλοποιούμε τα «κριτήρια διατηρησιμότητάς της», ο χαραχτήρας αυτός γίνεται όλο και πιο κυνικός, όλο και πιο αποκαλυπτικός. Ειδικά εδώ και δύο-τρία χρόνια δεν καταγράφεται ούτε μια ενέργεια του Υπουργείου Παιδείας που να μην είναι σε απευθείας σύνδεση και προσαρμογή με τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις.

 

Οι ευρωπαϊκές πολιτικές, παλιά πληγή για την ελληνική εκπαίδευση

Ήδη από τη δεκαετία του ΄80 τα περίφημα ευρωπαϊκά προγράμματα κάτω από την προπαγάνδα υπουργών και καθηγητών για να «προλάβουμε τα τρένα της τεχνολογίας», σαρώνουν μέσα στα ελληνικά Πανεπιστήμια ειδικά στα τμήματα αιχμής (ΕΜΠ, Κρήτη, Πάτρα κλπ). Διαμορφώνουν μια πραγματικότητα άμεσης πρόσδεσης και υποτέλειας των ελληνικών ΑΕΙ στις παραγωγικές και ερευνητικές ανάγκες πολυεθνικών κολοσσών, αλλά και της ίδιας της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.

Εντατικοποιούν τις σπουδές στο έπακρο, καθιερώνουν την επιχείρηση της κατάρτισης, αλλά και ανασυντάσσουν φανερά ή κρυφά το περιεχόμενο και τις δομές των σπουδών και των ίδιων των τμημάτων. Αλλαγές στα προγράμματα σπουδών, διασπάσεις τμημάτων, χρηματοδοτήσεις και ίδρυση νέων εργαστηρίων, νέα μαθήματα κλπ, κάνουν την εμφάνισή τους, υπό τη δρομολόγηση και εφαρμογή των ευρωπαϊκών προγραμμάτων.

Τότε διαμορφώνεται και ο «θεσμός» του καθηγητή - manager, θεσμός που αποδεικνύεται ιδιαίτερα προσφιλής από τις αρχές του ΄90 όταν πια όλοι οι ακαδημαϊκοί μας δάσκαλοι (ή τουλάχιστον όσοι έχουν τη δυνατότητα ανάλογα θέσης, τμήματος και ειδικότητας) το ρίχνουν στις μπίζνες.

Τα περισσότερα προγράμματα εμφανίζονται στα τέλη του ’80, αρχές ’90 και στρέφουν την ελληνική εκπαίδευση και ειδικά την τριτοβάθμια προς την κατάρτιση. Ενδεικτικά να αναφέρουμε τα: PETRA (Αρχική Επαγγελματική Κατάρτιση), FORCE (Συνεχής Κατάρτιση), COMMET (Συνεργασία Πανεπιστημίων και Επιχειρήσεων για την Κατάρτιση), EUROTECNET (προώθηση των προσόντων που συνδέονται με την τεχνολογική καινοτομία). Αποκορύφωμα των ευρωπαϊκών προγραμμάτων είναι το Leonardo Da Vinci το 1995, που ιδρύεται για να ανταποκριθεί απ΄ ευθείας στην προβλεπόμενη από το άρθρο 127 της συνθήκης του Μάαστριχ πολιτική για την κατάρτιση. Η θέσπιση του προγράμματος αυτού πανευρωπαϊκά εξέφραζε τα μηνύματα της Λευκής Βίβλου για την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση. Οι τομείς εφαρμογής αυτού του «προγράμματος των προγραμμάτων» αφορούσαν την αρχική και συνεχή επαγγελματική κατάρτιση, τη δια βίου εκπαίδευση και κατάρτιση, τον επαγγελματικό προσανατολισμό και την ανοικτή και εξ΄ αποστάσεως κατάρτιση. Η χρηματοδότηση για την Ελλάδα την περίοδο 1995-1997 έφτασε τα 18.076.458 ECU.

Την τελευταία τετραετία τα ευρωπαϊκά προγράμματα έχουν ενοποιηθεί μέσα από το ΕΠΕΑΕΚ, που χρηματοδοτεί σχεδόν όλες τις αναδιαρθρωτικές πολιτικές της ελληνικής κυβέρνησης στο χώρο της εκπαίδευσης, με πιο πρόσφατες αυτές που προβλέπονταν από τους νόμους 2525 και 2640.

Πάντως τα ευρωπαϊκά προγράμματα έπαιξαν κορυφαίο ρόλο στη δεκαετία του ’80, άνοιξαν το δρόμο για την πανευρωπαϊκή αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης, έγιναν όχημα για σημαντικές αλλαγές στα ελληνικά ΤΕΙ και ΑΕΙ.

 

Λευκή Βίβλος και Λευκή Βίβλος για την εκπαίδευση. Τα μέτρα ΟΟΣΑ (Γ.Παπανδρέου)

Το πρώτο μεγάλο βήμα για την ευρωπαϊκή σύγκλιση γίνεται με την άκρως νεοφιλελεύθερης έμπνευσης Λευκή Βίβλο. Το 1992 κατατίθεται ενόψει της συνθήκης του Μάαστριχ η πολιτική δέσμευση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, για ξεθεμελίωμα των εργατικών και λαϊκών κατακτήσεων, για προγράμματα λιτότητας διαρκείας, για ιδιωτικοποιήσεις, για περιορισμό του κράτους πρόνοιας, για ξεπούλημα της υγείας και της παιδείας στο μεγάλο κεφάλαιο: «Η έλλειψη ευελιξίας στην αγορά εργασίας ευθύνεται κατά μεγάλο μέρος για τη διαρθρωτική ανεργία στην Ευρώπη. Απαιτείται το εκπαιδευτικό περιβάλλον, η εργατική νομοθεσία, η κοινωνική προστασία κλπ, να κινητοποιηθούν προκειμένου να βελτιωθεί η λειτουργία της αγοράς εργασίας... Ορισμένες υπηρεσίες που μέχρι τώρα αποτελούσαν αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους θα μπορούσαν να περάσουν, υπό την προüπόθεση ενός μακροπρόθεσμου χρονικού ορίζοντα, στην οικονομία της αγοράς.»

Ταυτόχρονα η «Λ.Β. για την παιδεία και την κατάρτιση» συμπηκνώνει τα βασικά χαρακτηριστικά της ευρωπαïκής πολιτικής στον τομέα της εκπαίδευσης και αποτελεί την πρώτη μεγάλη διακήρυξη - δέσμευση για την μετατροπή των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων σε μηχανισμούς κατάρτισης: «Η δια βίου εκπαίδευση αποτελεί τον κύριο στόχο για τις εθνικές εκπαιδευτικές κοινότητες... θα απαιτηθούν νέες διευθετήσεις μεταξύ της ανώτατης εκπαίδευσης και των επαγγελματικών κατευθύνσεων, μεταξύ των συνήθων επαγγελμάτων και της εναλλασσόμενης εκπαίδευσης. Είναι απαραίτητη η προσαρμογή της εκπαίδευσης κάθε φορά που θεωρείται απαραίτητη... Κατά τη διάρκεια της περιόδου αναμονής οι άνεργοι θα πρέπει να ετοιμάζονται για ενδεχόμενη πρόσληψη: κατ’ αρχήν με κατάρτιση υψηλού επιπέδου... απαιτείται να μειωθεί το σχετικό κόστος εργασίας που απαιτεί μερική ειδίκευση και η εκπαίδευση να παρέχει περισσότερες δυνατότητες μετάβασης από την μία ειδικότητα στην άλλη.»

Η αναφορά της Λ.Β. στην εκπαίδευση και το δρόμο που χρειάζεται να ακολουθηθεί είναι αποκαλυπτική: « Η ανάπτυξη ορισμένων υπηρεσιών όπως η υγεία, εκπαίδευση, κατάρτιση δεν μπορεί να είναι δωρεάν, απαιτούν πληρωμή με βάση τη χρήση των υπηρεσιών...Να δημιουργηθεί μια νέα εταιρική σχέση μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα πχ στην ειδίκευση, κατάρτιση... Να προωθηθούν ρυθμίσεις που αντί να περιορίζουν τις δυνάμεις της αγοράς να τις ενισχύουν... Η κατάρτιση και η έρευνα και γενικότερα η γνώση πρέπει να αντιμετωπίζονται ως επενδύσεις με την πλήρη έννοια του όρου.»

Η «Έκθεση του ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) για την Εκπαιδευτική πολιτική στην Ελλάδα» (1995)και τα μέτρα που προτάθηκαν από τον τότε Υπουργό Παιδείας, ουσιαστικά εξειδικεύουν τις κατευθυντήριες γραμμές της Λ.Β. στην ελληνική πραγματικότητα, επικεντρώνοντας σε δύο σημεία σε ότι αφορά την τριτοβάθμια εκπαίδευση: Στους οικονομικούς πόρους των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και στην ποιότητά τους. Έτσι προτείνεται:

Άμεση και έμμεση ιδιωτικοποίηση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το 4,2% του ΑΕΠ που δαπανά η Ελλάδα για την Παιδεία κρίνεται μεν ανεπαρκές, δεν αντιμετωπίζεται όμως με αύξησή του αλλά με την «υιοθέτηση επιχειρηματικού πνεύματος» από την πλευρά των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Το τι σημαίνει αυτό διατυπώνεται μάλλον κυνικά: «προβολή της αξίωσης για νέους πόρους και για πρόσβαση σε παροχές που δεν είναι απαραίτητα σε εκπαιδευτικούς σκοπούς», «παρότρυνση των Πανεπιστημίων για ανάπτυξη κερδοφόρων δραστηριοτήτων» αλλά και «αναγνώριση, ρύθμιση και ανάπτυξη της ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης» με ταυτόχρονη αλλαγή του Συντάγματος για οποιαδήποτε ρύθμιση θα μπορούσε να κριθεί αντισυνταγματική.

Η όλη ενασχόληση με το ζήτημα της «ποιότητας» και του «κύρους» των ελληνικών Πανεπιστημίων καταλήγει στο να εισάγει για πρώτη φορά και αρκετά θολά την έννοια της «αξιολόγησης», το τι σημαίνει αυτό θα διευκρινιστεί αργότερα. Πάντως, τα ιδρύματα θα μπορούν να κρίνονται και να κατατάσονται ανάλογα, με την «χρήση δεικτών απόδοσης στην έρευνα και τη διδασκαλία» και με την «αξιολόγηση των πελατών (αυτοί είναι οι σπουδαστές!) από τρίτους, π.χ. βασικούς εργοδότες».

 

Η διακήρυξη της Σορβόννης (1997) - Το ευρωπαϊκό εκπαιδευτικό διευθυντήριο του «αποφασίζομεν και διατάσσομεν»

Πρόκειται για την απόφαση των Υπ. Παιδείας από τις τέσσερις ισχυρές χώρες της Ε.Ε., τα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη του G-7, το διευθυντήριο όχι απλά της οικονομίας, αλλά και κάθε πτυχής της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Οι Υπουργοί Παιδείας των χωρών Γερμανία- Αγγλία- Γαλλία- Ιταλία, τον Μάη του 1998 υπέγραψαν τη διακήρυξη της Σορβόννης, μια άμεση ντιρεκτίβα προς τις μικρότερες ευρωπαϊκές χώρες για να υιοθετηθεί ένα ενιαίο σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης με κοινούς στόχους, αρχές, προσανατολισμούς, και φυσικά κοινές δομές.

Η απ΄ ευθείας επιβολή των ισχυρών στην Ε.Ε. στάθηκε αποκαλυπτική και για την απάτη της “δημοκρατικότητας” της ΕΕ, αλλά και για το πώς παίρνονται οι αποφάσεις και δρομολογούνται οι εξελίξεις. Οι σύνοδοι κορυφής, οι διασκέψεις των Υπουργών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεν αποτελούν παρά όργανα θεσμικής επικύρωσης των ήδη προειλημμένων αποφάσεων των ισχυρών της Ευρώπης, ή στη χειρότερη αποτελούν πεδίο αντιπαράθεσης και οξύτατων ανταγωνισμών ανάμεσά τους. Οι επόμενες στιγμές της ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής ενοποίησης δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια προσπάθεια αποδοχής, εφαρμογής και υλοποίησης του μοντέλου που αποφασίστηκε από τις τέσσερις χώρες στη Σορβόννη.

Το αστείο είναι ότι τότε (Μάης 1998) οι περισσότερες από τις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες είχαν “καταγγείλει” φραστικά τη σύσκεψη της Σορβόννης μιλώντας για “διευθυντήρια”, κατηγορώντας τους τέσσερις για “ηγεμονική συμπεριφορά” κλπ. Ένα μόλις χρόνο μετά, 28 χώρες ανά την Ευρώπη (και ανάμεσά τους οι 15 της ΕΕ, μαζί με όσους είχαν πριν διαχωριστεί), αποδέχτηκαν όχι απλά την ουσία της δήλωσης της Σορβόννης, αλλά “υποχρεώθηκαν” να υιοθετήσουν την ίδια τη δήλωση της Σορβόννης, αποδεικνύοντας έτσι το ποιος κάνει κουμάντο στην πορεία της ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής σύγκλισης.

Η περίπτωση μάλιστα αυτή είναι η πλέον ενδεικτική, γιατί όχι απλά υιοθετήθηκε η διακήρυξη των 4 ισχυρών χωρών, αλλά γιατί ο τρόπος που έγινε (ένα χρόνο πριν - δική τους συνάντηση, ένα χρόνο μετά - κάλεσμα των υπολοίπων 24 χωρών, απλά για να επικυρώσουν την προειλημμένη απόφασή τους) ήταν προκλητικός.

Το ίδιο το κείμενο της τελικής διακήρυξης της Μπολόνια σπεύδει να υιοθετήσει χωρίς καθυστέρηση την διακήρυξη της Σορβόννης, ακόμη κι αν αυτή αφορούσε τις 4 από τις 15 χώρες της ΕΕ. Τι λέει λοιπόν αυτή η διακήρυξη;

Οι Υπουργοί των 4 αυτών χωρών βρέθηκαν στη Σορβόννη για να συζητήσουν σε σχέση με τη "ώθηση του Ενιαίου Ευρωπαïκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης που θα ταίριαζε και θα υποστήριζε τις οικονομικές, εμπορικές και χρηματιστικές αγορές που προωθούνται από τη ΕΕ κατά τη διάρκεια των τελευταίων 40 ετών." Αναγνωρίζουν πως "κατευθυνόμαστε σε μία περίοδο σημαντικής αλλαγής στις συνθήκες εκπαίδευσης και εργασίας, σε μια διαφοροποίηση των πορειών των επαγγελματικών σταδιοδρομιών, με την εκπαίδευση και την κατάρτιση καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής να γίνεται μία σαφής υποχρέωση" και άρα η Διακήρυξη αυτή αποτελεί "κλειδί για την προώθηση της απασχολησιμότητας και της κινητικότητας των Ευρωπαίων πολιτών". Προτείνει συγκεκριμένα τα εξής:

"'Ένα σύστημα στο οποίο δύο βασικοί κύκλοι σπουδών πρέπει να αναγνωρίζονται για τη διεθνή σύγκριση και ισοδυναμία. Ένα μεγάλο μέρος της πρωτοτυπίας και της ευελιξίας αυτού του συστήματος θα επιτευχθεί μέσω της καθιέρωσης των πιστωτικών μονάδων και των εξαμήνων. Αυτό θα επιτρέψει την επικύρωση αυτών των επίκτητων μονάδων για εκείνους που επιλέγουν την αρχική ή τη συνεχή εκπαίδευση σε διαφορετικά ευρωπαïκά Πανεπιστήμια και επιθυμούν να είναι σε θέση να αποκτήσουν μονάδες σε εύθετο χρόνο καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής.

…Η διεθνής αναγνωρισιμότητα του πρώτου κύκλου σαν ένα κατάλληλο επίπεδο προσόντων, είναι σημαντικό για την επιτυχία αυτής της προσπάθειας, καθώς επιθυμούμε να καταστήσουμε τα σχέδια της τριτοβάθμιας εκπαίδευσής μας σαφή σε όλους. Στον δεύτερο κύκλο θα υπάρχει μια επιλογή μεταξύ ενός πιο σύντομου master ή ενός μακρύτερου διδακτορικού, με δυνατότητα μετάβασης από το ένα στο άλλο.

…Αναμένουμε για να προωθήσουμε τις παραπάνω διαπανεπιστημιακές συμφωνίες. Η προοδευτική εναρμόνιση του γενικού πλαισίου των μονάδων και των κύκλων σπουδών μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ενίσχυσης της ήδη υπάρχουσας εμπειρίας, των κοινών διπλωμάτων, των πειραματικών πρωτοβουλιών αλλά και το διάλογο μεταξύ όλων των ενδιαφερομένων." 

Οι «ανησυχίες» ήταν τέτοιες που το συμπληρωματικό κείμενο που βγαίνει («Τι λέει και τι δε λέει η διακήρυξη της Σορβόννης») είναι ενδεικτικό:

"Είναι μια έκκληση για να οργανώσει σταδιακά ένα συνεπέστερο πλαίσιο αναφοράς για σημαντικά επίπεδα προσόντων, όχι μια προσπάθεια να περιοριστεί η πολιτιστική ή εκπαιδευτική ποικιλομορφία.

Βασίζεται στην συνεργασία των Πανεπιστημίων ανά τον κόσμο και των κυβερνήσεων, με κάποια συμμετοχή σπουδαστών και οικονομικών κύκλων.

Ασχολείται με προσόντα αντί για ακαδημαïκούς κύκλους αυτούς καθ' εαυτούς.

Υποστηρίζει την εισαγωγή και αναγνώριση των κύκλων σπουδών αλλά δεν αναφέρει καν το μοντέλο "3-5-8".

Δεν είναι το πρώτο βήμα σε μια διαδικασία αλλά μάλλον εκτιμά τις αλλαγές που αρχίζουν ή προτείνονται σε μία σειρά εθνικών εκθέσεων του προηγούμενου έτους.

Είναι μια αίτηση η Ευρώπη να αναλάβει τον πλήρη της ρόλο στην παγκόσμια αγορά της γνώσης και της εκπαίδευσης.

Δεν είναι μία κλειστή πρωτοβουλία αλλά μπορεί να επιτύχει μόνο με την υποστήριξη πολλών παραπάνω χωρών από τις εξής 4."

 

Η κορύφωση στην Μπολόνια

Ένα χρόνο μετά τη Σορβόννη έρχεται η τυπική έγκριση και αποδοχή από τη Σύνοδο των Ευρωπαίων Υπουργών Παιδείας. Μαζί με τους 15 της ΕΕ και άλλες 13 χώρες (σύνολο 28 Υπουργοί Παιδείας) υπογράφουν την απόφαση-διακήρυξη. Ανάμεσά τους και ο τότε έλληνας υπουργός Γ.Αρσένης. Με σκληρό τόνο και σε μορφή που δε σηκώνει αντιρρήσεις και διαφωνίες από τις κατά τα άλλα «σεβαστές εθνικές ιδιαιτερότητες», η διακήρυξη της Μπολόνια έρχεται όχι απλά να βάλει και θεσμικά την ανώτατη εκπαίδευση υπό τις απαιτήσεις της ελεύθερης αγοράς και της κερδοφορίας, αλλά να υπηρετήσει δημόσια διακηρυγμένα το τρίπτυχο απασχολησιμότητα – ευελιξία – ανταγωνισμός. [Θυμίζουν μήπως οι όροι αυτοί κάτι από τους «ντόπιους» εκσυγχρονιστές, τον Σημίτη και τον Γιάννο, που έχουν κάνει τις ευρωπαϊκές εντολές παντιέρα του εθνικού μας εκσυγχρονισμού;]

Τι συγκεκριμένα προβλέπει η Διακήρυξη αυτή;

Καταρχήν αναγνωρίζει και προσυπογράφει τη Δήλωση της Σορβόννης που έγινε ένα χρόνο πριν. Αναγνωρίζει ότι και τα Ευρωπαϊκά ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης έχουν «αποδεχτεί την πρόκληση» και παίζουν σημαντικό ρόλο. Βάζει σαν βασικό στόχο τη «δημιουργία του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης», καθορίζοντας την ανάγκη να υπάρχει έλεγχος, επαγρύπνηση και συνεχής προσπάθεια, αναλαμβάνοντας οι υπογράφοντες Υπουργοί και οι χώρες τους την υποχρέωση να συντονίσουν τις πολιτικές τους για να επιτευχθεί η πλήρης σύγκλιση των συστημάτων ανώτατης εκπαίδευσης.

Θέτει σαν κεντρικό το πρόβλημα της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της Ανώτατης Εκπαίδευσης.

Βάζει σαν στόχους τους εξής:

α) «τίτλοι σπουδών εύκολα αναγνωρίσιμοι και συγκρίσιμοι, με τη βοήθεια και του θεσμού του Συμπληρώματος Διπλώματος, με στόχο την προώθηση της απασχολησιμότητας των Ευρωπαίων πολιτών…»

β) «σύστημα σπουδών που θα βασίζεται σε δύο κύριους κύκλους σπουδών, ένα προπτυχιακό (το ελάχιστο τρία χρόνια) και ένα μεταπτυχιακό. Ο τίτλος σπουδών που θα χορηγείται μετά τον πρώτο κύκλο σπουδών θα αναγνωρίζεται ως ικανό επαγγελματικό προσόν…»

γ) «καθιέρωση συστήματος διδακτικών μονάδων… Διδακτικές μονάδες μπορούν επίσης να συγκεντρώνονται και σε συστήματα εκπαίδευσης εκτός του πλαισίου της ανώτατης εκπαίδευσης, αρκεί να αναγνωρίζονται αυτά από τα εμπλεκόμενα Πανεπιστήμια υποδοχής…»

δ) «προώθηση της κινητικότητας…»

ε) «προώθηση της Ευρωπαϊκής συνεργασίας στη διασφάλιση της ποιότητας, με στόχο την ανάπτυξη συγκρίσιμων κριτηρίων και μεθόδων»

στ) «προώθηση των απαραίτητων Ευρωπαϊκών διαστάσεων στην ανώτατη εκπαίδευση, κατά κύριο λόγο σε σχέση με τα προγράμματα σπουδών, τη συνεργασία μεταξύ ιδρυμάτων, τα σχήματα κινητικότητας, και τα ολοκληρωμένα προγράμματα σπουδών και άσκησης, κατάρτισης - επιμόρφωσης και έρευνας».

Η διακήρυξη λοιπόν της Μπολόνια δεν αρκείται στην τυπική και ουσιαστική υπαγωγή της ανώτατης εκπαίδευσης στους στόχους της ΟΝΕ και στην πανευρωπαϊκή εκστρατεία επιδείνωσης των όρων ζωής, εργασίας και μόρφωσης των λαϊκών στρωμάτων. Σπεύδει να υιοθετήσει δομές και περιεχόμενα των σπουδών της Ανώτατης Εκπαίδευσης που να υπηρετούν το στόχο της «απασχολησιμότητας των Ευρωπαίων πολιτών» (διάβαζε του πετάγματός τους στη δια βίου ανασφάλεια και εργασιακή αβεβαιότητα-υπερεκμετάλλευση). Βάζει μετρήσιμα κριτήρια και στόχους που ακολουθούν πιστά τη μετατροπή της εκπαίδευσης σε μηχανισμό πώλησης και παροχής αναλώσιμων υπηρεσιών μιας χρήσης (πιστωτικές μονάδες, αναγνώριση «και άλλων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων», αξιολόγηση/ πιστοποίηση ποιότητας κλπ). Δεσμεύει τα κράτη-μέλη και όχι μόνο, ενώ θέτει χρονικό ορίζοντα μέχρι το 2010 την πλήρη σύγκλιση των συστημάτων.

Η δημιουργία του Ενιαίου Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης, είναι προϋπόθεση για την ΕΕ, προκειμένου να επιτευχθεί από τη μια η ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ανώτατης Εκπαίδευσης (κύρια απέναντι στα Πανεπιστήμια των ΗΠΑ), από την άλλη να προσαρμόσει τα Πανεπιστήμια στις ανάγκες της αγοράς εργασίας… Αυτοί οι στόχοι περιγράφουν ίσως για πρώτη φορά με τόσο κυνικό τρόπο την πρόσδεση της τριτοβάθμιας στο όραμα της ΟΝΕ που αποδεδειγμένα πλέον ξεζουμίζει τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα και κατεδαφίζει κάθε ίχνος εργασιακών, μορφωτικών, κοινωνικών δικαιωμάτων. Δρόμος για τα παραπάνω η καταναγκαστική σύγκλιση των εκπαιδευτικών συστημάτων.

Σωστά από πολλούς η διακήρυξη της Μπολόνια ονομάστηκε «εκπαιδευτικό Μάαστριχ». Οι όροι και ο κυνισμός με τον οποίο επιβάλλεται η εκπαιδευτική σύγκλιση ευθέως παραπέμπουν στον πρώτο μεγάλο ευρωπαϊκό καταναγκασμό με τους χειρότερους νεοφιλελεύθερους όρους (αλλά και με σοσιαλιστικές κυβερνήσεις), τη συνθήκη του Μάαστριχ, που οδήγησε στην Οικονομική και Νομισματική Ενοποίηση.

 

Η σύνοδος στην Πράγα: αναγκαίες διορθώσεις, επεξηγήσεις, προαπαιτούμενα και προσαρμογές

Δύο χρόνια μετά την Μπολόνια έρχεται η αντίστοιχη σύνοδος της Πράγας (Μάης 2001). Ο χαραχτήρας της δεν είναι να λάβει νέες αποφάσεις, ή να ξανατεθούν στο τραπέζι του «διαλόγου» οι τάσεις και οι προοπτικές της ευρωπαϊκής εκπαίδευσης, αλλά απλά να «ελέγξει» την πορεία εφαρμογής της Μπολόνια, να προχωρήσει στις απαραίτητες συστάσεις και διορθώσεις. Είναι τέτοια η διαδικασία του ελέγχου, τόσο «δημοκρατική», που ο Έλληνας Υπ. Παιδείας Ευθυμίου σπεύδει να περάσει νύχτα από τη Βουλή το ν/σ για την ανωτατοποίηση των ΤΕΙ, αναιρώντας τις υποσχέσεις του προς τους πρυτάνεις, μόνο και μόνο για να έχει να παρουσιάσει «έργο» τρεις μέρες μετά στην Πράγα. Ως γνωστόν οι ευρωπαίοι εταίροι ούτε αναγνωρίζουν, ούτε αποδέχονται την «ελληνική ιδιαιτερότητα» των ΤΕΙ (δηλαδή του διαχωρισμού ανώτατης-ανώτερης εκπαίδευσης).

Με την κίνηση Ευθυμίου είναι όλοι ευχαριστημένοι. Και ο Έλληνας υπουργός που πήγε να λογοδοτήσει στα ευρωπαϊκά αφεντικά του, και οι «ισχυροί» που πιστοποιούν το πόσο καλά παιδιά είναι οι της ελληνικής κυβέρνησης. Οι εκθέσεις των Ελλήνων προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι αποκαλυπτικές.

Η Πράγα δεν αποτελεί ένα βήμα πίσω, όπως έντεχνα γράφτηκε και προβλήθηκε. Δεν αποτελεί «ακύρωση» των αποφάσεων της Μπολόνια. Δεν είναι οπισθοχώρηση από τις αρχικές αποφάσεις του διευθυντηρίου όπως είχαν παρθεί στη Σορβόννη τρία χρόνια πριν. Είναι μια κίνηση αυστηρού ελέγχου από τη μια, και διακυρηχτικής ωραιοποίησης από την άλλη. Τώρα τα περί απασχολησιμότητας και ανταγωνισμού (ευθεία αναφορά στο νεοταξικό εργασιακό και κοινωνικό μοντέλο) μειώνονται, χωρίς να ακυρώνονται. Πάντα ένας καταναγκασμός έχει ανάγκη από δόσεις ιδεολογίας και οραμάτων περί Ευρώπης και άλλων σπουδαίων…

Την αλήθεια αποκαλύπτει και η Σύνοδος των Ευρωπαίων πρυτάνεων ένα μήνα πριν την Πράγα στη Σαλαμάνκα, η ουσία των αποφάσεων που πάρθηκαν εκεί, και ο αυστηρός καθορισμός των βημάτων που πρέπει να ακολουθήσουν οι ευρωπαϊκές χώρες. Ως προς αυτό, το πρώτο βήμα είναι κοινά αποφασισμένο: αξιολόγηση. Είτε με αφορμή τη διαπανεπιστημιακή κινητικότητα και την υπερεθνική-διεθνική εκπαίδευση, είτε με αφορμή την ανάγκη «συγκρισιμότητας» ανάμεσα στα ιδρύματα, η αξιολόγηση είναι η κεντρική κατεύθυνση για το επόμενο χρονικό διάστημα. Οι αναφορές πριν και μετά τη Σύνοδο της Πράγας περί αξιολόγησης, πιστοποίησης της ποιότητας κλπ, δίνουν και παίρνουν.

Η αξιολόγηση τίθεται σαν «εκ των ων ουκ άνευ» όρος για το προχώρημα και την εμπέδωση του «εκπαιδευτικού Μάαστριχ». Αναγκαίος όρος για τη σύγκλιση είναι τα ενιαία κριτήρια κατηγοριοποίησης ιδρυμάτων, σπουδαστών, χωρών. Αναγκαίος όρος για την εκπαίδευση της απασχολησιμότητας και της ευελιξίας είναι τα ευέλικτα και ανταγωνιστικά πανεπιστημιακά ιδρύματα…

Αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι έχει συσταθεί ευρωπαϊκή επιτροπή που έχει έργο να προωθήσει τις αποφάσεις της συνόδου της Μπολόνια, και κάθε δύο χρόνια στις συνόδους των Υπουργών Παιδείας να παρουσιάζει το έργο που έχει γίνει. Αυτή η Επιτροπή είχε και την ευθύνη της συνόδου της Πράγας. Μόνο και μόνο αυτό το γεγονός διαψεύδει άμεσα τα περί ακύρωσης ή έστω τροποποίησης της Μπολόνια. Οι κατευθύνσεις είναι προειλημμένες και τίποτε από την πλευρά των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων δεν μπορεί να τις σταματήσει, παρά μόνο οι τυχόν φοιτητικές και κοινωνικές αντιδράσεις…

Η σύνοδος στην Πράγα από τη μια προσπάθησε να «ρίξει τους τόνους» και να καταλαγιάσουν οι αντιδράσεις λόγω «εθνικών ιδιαιτεροτήτων», από την άλλη στάθηκε αυστηρή στο να κρίνει και να αξιολογήσει τα μέχρι τώρα βήματα, να επεξηγήσει/ αναλύσει προκειμένου να επιβληθούν …ορθότερα οι αποφάσεις της Σορβόννης και της Μπολόνια, να καθορίσει τα αμέσως επόμενα βήματα των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων (αξιολόγηση, πιστωτικές μονάδες κλπ). Ήταν ένα ακόμη βήμα στην κατεύθυνση της πανευρωπαϊκής αντιδραστικής σύγκλισης, αλλά και μια δήλωση προσχημάτων για τους διαφωνούντες ή «διαφωνούντες» (Φινλανδία, Ελβετία, Βέλγιο, Ολλανδία, Ελλάδα, Πορτογαλία).

 

Η μεγάλη επιτυχία της Πράγας όμως ίσως να μην είναι τα παραπάνω. Το μεγάλο επίτευγμα της συνόδου είναι ότι βάζει στο παιχνίδι την Ένωση Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων, τη Συνδιάσκεψη των Ευρωπαϊκών Πρυτανικών Συνόδων, και την Ένωση Ευρωπαϊκών Φοιτητικών Οργανώσεων. Κάνει πια οργανικά κομμάτια της πορείας του «εκπαιδευτικού Μάαστριχ» τις πανεπιστημιακές διοικήσεις και τις συμβιβασμένες φοιτητικές ηγεσίες ανά την Ευρώπη (κάτι σαν τους προέδρους φοιτητών των αμερικανικών Πανεπιστημίων, για όσους θυμούνται τον Μπράντον στο Μπέβερλυ Χιλς)...

Όλοι αυτοί παίζουν ρόλο στην από εδώ και πέρα πορεία, αποδέχονται την ευθύνη της προώθησης της αναδιάρθρωσης, διατυπώνουν πού και πού κανένα παράπονο για το πόσο …ριγμένοι αισθάνονται, συμμετέχουν στην Επιτροπή που έχει την ευθύνη για την προώθηση και υλοποίηση των αποφάσεων της Μπολόνια, διοργανώνουν σεμινάρια, κάνουν πολιτική και ιδεολογική εκστρατεία υπέρ της Σορβόννης και της Μπολόνια, τάσσονται στο πλευρό των Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Επιδεικνύουν κάθε στιγμή συνυπευθυνότητα και προσόντα συνδιαχείρισης για το νέο ρόλο που καλούνται να παίξουν Πανεπιστήμια, Σύγκλητοι, φοιτητές στο εφιαλτικά αγοραίο κοινωνικό και εκπαιδευτικό τοπίο της Ε.Ε.

Ένα μήνα πριν τη σύνοδο της Πράγας οι Πανεπιστημιακές αρχές και διοικήσεις της Ευρώπης στη Σαλαμάνκα της Ισπανίας προετοιμάζουν το έδαφος, κάνουν εισηγήσεις, αποδέχονται την πραγματικότητα της Μπολόνια, χαιρετίζουν την Πράγα… Η Ένωση των Ευρωπαϊκών Φοιτητικών Οργανώσεων, αφού γκρίνιαξε επειδή δεν προσκλήθηκε στη σύνοδο της Μπολόνια, στέλνει μήνυμα όλο γλείψιμο στους Υπουργούς Παιδείας στην Πράγα… Στο τι ακριβώς ρόλο και πόση δουλειά έβγαλε η Πράγα, πρέπει βασικά να προσμετρηθεί και αυτή η «ευρύτατη» συμπαράταξη.

 

Αλήθειες και ψέματα για την Ε.Ε.

Πόσες παραπάνω αποδείξεις χρειαζόμαστε για όσα έχουν ήδη γίνει στην κατεύθυνση της υποχρεωτικής σύγκλισης; Κι όμως υπάρχουν μερικοί που δεν το βάζουν κάτω από το να αποδείξουν ότι είμαστε ελέφαντες: Ότι η Σορβόννη ήταν απλά μια συνάντηση χωρίς πολιτική σημασία, ότι η Μπολόνια δεν είναι υποχρεωτική για τα κράτη μέλη της Ε.Ε., ότι είναι ψέμα η υποχρεωτική σύγκλιση, ότι πουθενά δεν υπάρχει επιβολή του μοντέλου «3-5-8», ότι η Πράγα αποτελεί «ηπιότερη» εκδοχή της ευρωπαϊκής ενοποίησης και άλλα πολλά..

Οι αρέσκοντες να κάνουν τη στρουθοκάμηλο, ή μάλλον να μας κάνουν στρουθοκαμήλους δε μιλούν με γεγονότα, αλλά με εικασίες, με ευχές, με προσδοκίες, και το χειρότερο: με ψέματα και συνειδητές παραχαράξεις…

Το ότι οι εκάστοτε διακηρύξεις των Ευρωπαίων Υπουργών γίνονται πάντα πράξη με νομοθετικές πρωτοβουλίες είναι ή όχι αλήθεια;

Οι σύνοδοι των Ευρωπαίων Υπουργών για το οποιοδήποτε θέμα δεν αποτελούν άμεσα ή έμμεσα υιοθετημένες κατευθύνσεις από την ΕΕ και την Ευρ. Επιτροπή;

Το ότι η ανωτατοποίηση των ΤΕΙ έγινε για να προλάβει ο Ευθυμίου τη σύνοδο στην Πράγα και να επιδείξει σωφροσύνη και αποδοχή της Μπολόνια για τον «κοινό ευρωπαϊκό χώρο ανώτατης εκπαίδευσης», είναι αλήθεια ή όχι;

Το ότι έχει συσταθεί επιτροπή που ελέγχει την πορεία εφαρμογής της Μπολόνια δεν αναιρεί την πρόφαση ότι η Μπολόνια είναι προαιρετική;

Το ότι η Ελλάδα παίρνει ενεργά μέρος στην επιτροπή αυτή, το ότι διοργάνωσε το Γενάρη του 2001 συνέδριο στην Αθήνα για να κάμψει τις «αντιρρήσεις» των πρυτάνεων και άλλων, δεν σημαίνει ότι υποχρεωτικά ακολουθούν όλες οι χώρες, και φυσικά και η Ελλάδα;

Ξέρει να μας πει κανείς πόσες «διακηρύξεις Ευρωπαίων Υπουργών» δεν μετατράπηκαν την επόμενη μέρα σε νόμους και «εθνικά» εξειδικευμένες πολιτικές;

Πιστεύει κανείς ότι οι -μέσα σε ένα χρόνο- (μετά τις εκλογές) αλλαγές στην εκπαίδευση, την υγεία, την εργασία, τις ιδιωτικοποιήσεις/ μετοχοποιήσεις, και παρ' ολίγον -προς το παρόν- την κοινωνική ασφάλιση, δεν είναι ευθεία υλοποίηση των ευρωπαϊκών εντολών;

Ξέρει κανείς πολλές κοινές αποφάσεις της Μ.Βρεττανίας-Γερμανίας-Γαλλίας-Ιταλίας που η Ελλάδα -και άλλες χώρες σαν την Ελλάδα, να τις έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια;

 

Ας δούμε όμως τι λένε οι ίδιοι οι υψηλά ιστάμενοι της ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής σύγκλισης:

Να τι λέει η ίδια η Δήλωση της Μπολόνια:

«Αρκετές Ευρωπαϊκές χώρες έχουν αποδεχτεί την πρόσκληση να δεσμευτούν για την πραγμάτωση των στόχων που τίθενται στη Διακήρυξη, είτε προσυπογράφοντάς την είτε εκφράζοντας τη συμφωνία τους επί της αρχής. Το περιεχόμενο μάλιστα αρκετών μεταρρυθμίσεων που θεσμοθετήθηκαν στο μεταξύ στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης (σ.σ. Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία) δείχνει την αποφασιστικότητα αρκετών Κυβερνήσεων να δράσουν άμεσα προς την κατεύθυνση αυτή» [σ.σ. οι υπογραμμίσεις δικές μας]

«Επιβεβαιώνοντας την υποστήριξή μας στις γενικές αρχές που τέθηκαν με τη Διακήρυξη της Σορβόννης, υποχρεωνόμαστε να συντονίσουμε τις πολιτικές μας και να πλησιάσουμε σύντομα, και σε κάθε περίπτωση μέσα στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα , τους ακόλουθους στόχους…» [σ.σ. οι υπογραμμίσεις δικές μας].

Όλως τυχαίως το Μάη του 1998 η Ελλάδα είχε διατυπώσει τη σαφή αντίθεσή της με τη Διακήρυξη της Σορβόννης, ένα χρόνο μετά προσυπογράφει…

«Με τη διακήρυξη αυτή δηλώνουμε τη βούλησή μας να φτάσουμε σε αυτούς τους στόχους…»

«Με την πεποίθηση ότι η καθιέρωση του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης απαιτεί σταθερή υποστήριξη, συνεχή επίβλεψη και προσαρμογή στις διαρκώς μεταβαλλόμενες ανάγκες…»

 

Στη μετάφραση που κάνει στη Διακήρυξη ο Ειδικός Γραμματέας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας Δ.Κλάδης (και που παρεπιπτόντως δεν είναι ακριβής μετάφραση) σπεύδει να διευκρινίσει τα εξής:

«Η μεταφορά του κειμένου στην ελληνική γλώσσα έχει γίνει έτσι ώστε να αποδίδεται ακριβώς το πνεύμα των επιμέρους σημείων της διακήρυξης. Το γεγονός μάλιστα ότι έχει μεσολαβήσει ένας χρόνος σχετικών συζητήσεων και αναλύσεων σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες έχει ως αποτέλεσμα να έχουν διευκρινιστεί και αρκετά από τα σημεία της Διακήρυξης που αρχικά έμοιαζαν αμφιλεγόμενα. Και οι αποσαφηνίσεις αυτές έχουν προφανώς ληφθεί υπόψη στην παρούσα απόδοση του κειμένου στην ελληνική γλώσσα».

[Δηλαδή ο κ.Κλάδης δεν κάνει ακριβή μετάφραση της Διακήρυξης στην παρουσίασή του, αλλά με βάση ό,τι αυτός καταλαβαίνει ότι είναι σκόπιμο. Σε μια μετάφραση όμως δεν υπάρχουν αμφιλεγόμενα σημεία. Μπορεί σε μια απόφαση να υπάρχουν αμφιλεγόμενες έννοιες, αλλά οι λέξεις τόσο οι αγγλικές, όσο και οι ελληνικές είναι συγκεκριμένες. Η διαστρέβλωση, ακόμη και στη μετάφραση είναι ενδεικτική.]

Στο ίδιο κείμενο ο κ.Κλάδης ταυτίζει την έννοια των Πανεπιστημίων με την έννοια της Ανώτατης εκπαίδευσης. Τα ΤΕΙ πρόλαβαν να γίνουν ανώτατα, αλλά το ότι οι πρυτανικές συντεχνιακές αντιδράσεις τα διατήρησαν ως μη-πανεπιστημιακά δεν κάνει κανένα πρόβλημα: είπαμε άλλωστε ότι η μετάφραση είναι …αμφιλεγόμενη. Η διακήρυξη της Μπολόνια ισχύει και για αυτά…

Ταυτόχρονα η λέξη «ανάπτυξη» (“growth”) μεταφράζεται σαν «πρόοδος», για να πάρει πιο «ανθρωπιστικό» χαραχτήρα το κείμενο. Ο Γκι Χαουγκ, Διευθύνων Σύμβουλος της Ένωσης Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων δεν συγκινείται από τις ευαισθησίες του κ.Κλάδη και είναι σαφής: «Η Διακήρυξη (της Μπολόνια) δεν είναι απλά μια πολιτική δήλωση. Για την ακρίβεια, βάζει ως σκοπό ένα πρόγραμμα δράσης που θα καθορίσει τις καίριες πλευρές: - έναν καθαρά καθορισμένο κοινό στόχο, τη δημιουργία ενός Ενιαίου Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης, σαν ένα μέσο για να πετύχουμε: 1, την απασχολησιμότητα και την κινητικότητα στην Ευρώπη και 2, τη διεθνή ανταγωνιστικότητα και μεγαλύτερη ελκυστικότητα των Ευρωπαϊκών Ανώτατων Ιδρυμάτων στον κόσμο».

Κατά τα άλλα η φράση “fully accomplishment” δεν μεταφράζεται ως «πλήρης σύγκλιση» (όπως σημαίνει), αλλά αποσιωπάται, αφού κατά τη γνώμη του κ.Κλάδη έρχεται σε αντίφαση με τον όρο «καλύτερη συμβατότητα και συγκρισιμότητα». Κατά τη γνώμη του δηλαδή, στόχος της Μπολόνια δεν είναι η πλήρης σύγκλιση (όπως ρητά αναφέρει η διακήρυξη), αλλά η καλύτερη συμβατότητα (όπως επίσης αναφέρει η διακήρυξη έπειτα από κοπτοραπτικές που προηγήθηκαν)… Όλα αυτά τα αποδίδει ο Γραμματέας του ελληνικού Υπουργείου σε …ιταλικές μεταφραστικές ανεπάρκειες της συνόδου των Ευρωπαίων Υπουργών στην Μπολόνια!

Συνεχίζει ο κ.Κλάδης για τη διακήρυξη της Σορβόννης: «Η πρωτοβουλία των τεσσάρων χωρών τότε χαρακτηρίστηκε ως κίνηση ηγεμονικού χαρακτήρα που αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός Διευθυντηρίου που θα καθόριζε τις εξελίξεις στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ανώτατης εκπαίδευσης. Η Μπολώνια στην ουσία δεν υπήρξε ακριβώς η συνέχεια της Σορβόννης, αλλά αναμφιβόλως υπήρξε αποτέλεσμα των αντιθέσεων και των αντιδράσεων που προκάλεσε η Σορβόννη, αλλά και των συγχύσεων που είχε προκαλέσει.» …σιγά τα αίματα κε Κλάδη… Η περικοπή από τη Διακήρυξη της Μπολόνια που παραθέσαμε πιο πάνω, έρχεται να κατατάξει το γραμματέα του Υπουργείου σαν απλό ψεύτη που δεν αναλαμβάνει το θάρρος να αποδεχτεί το πού βάζει την υπογραφή της η ελληνική κυβέρνηση. Από αντάρτες ενάντια «στο Διευθυντήριο και τον ηγεμονισμό των τεσσάρων μεγάλων», κατέληξαν να «επιβεβαιώσουν την υποστήριξή τους στις γενικές αρχές της Σορβόννης». Όταν σφίγγουν τα λουριά, τότε οι υποτελείς γυρνούν όλο μεταμέλεια και σωφροσύνη στους προστάτες τους… Είπαμε ότι τα γεγονότα είναι αμείλικτα για τους παραχαράκτες και τους ψεύτες.

Συνεχίζει ο κ.Κλάδης κάνοντας εμβριθείς αναλύσεις: «…από τα παραπάνω είναι σαφές ότι στη Διακήρυξη της Μπολόνια δεν υπάρχει καμιά αναφορά σε ένα σύστημα εκπαίδευσης με τίτλους σπουδών που ακολουθούν την αριθμητική σχέση ετών σπουδών “3-5-8”…»

Δυστυχώς για τον κ.Κλάδη το κείμενο της Διακήρυξης της Μπολόνια αναφέρει σαν στόχο: «Υιοθέτηση ενός συστήματος σπουδών που θα στηρίζεται βασικά σε δύο κύκλους σπουδών, ένα προπτυχιακό και έναν μεταπτυχιακό. Η πρόσβαση στο δεύτερο κύκλο θα προϋποθέτει την επιτυχή ολοκλήρωση των σπουδών του πρώτου κύκλου, οι οποίες θα διαρκούν τουλάχιστον τρία χρόνια. Ο τίτλος σπουδών που θα χορηγείται μετά τον πρώτο κύκλο σπουδών θα αναγνωρίζεται στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας ως ικανό επαγγελματικό προσόν. Ο δεύτερος κύκλος θα πρέπει να οδηγεί στο μεταπτυχιακό δίπλωμα (master) ή/και στο διδακτορικό δίπλωμα, όπως ήδη συμβαίνει σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες»

 

Ο Γκι Χαουγκ ξανά αναφέρει: «το προχώρημα προς τη βαθμιαία δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού χώρου ανώτατης εκπαίδευσης όπως αρχικά τέθηκε στη Σορβόννη και συμπληρώθηκε και καθορίστηκε στην Διακήρυξη της Μπολόνια είναι κυρίως ένα προχώρημα μιας δομικής αλλαγής: καλεί για τη μεταρρύθμιση των εθνικών συστημάτων τόσο σαν προγράμματα σπουδών, όσο και σαν θεσμοί στα Πανεπιστήμια, αλλά και στα άλλα ιδρύματα της ανώτατης εκπαίδευσης (σ.σ. εννοεί όλα τα μεταδευτεροβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα)…». Και πάλι πάνε περίπατο όλα τα επιχειρήματα της ελληνικής πλευράς περί του μη υποχρεωτικού της Μπολόνια, περί καμιάς αλλαγή στα προγράμματα και τις δομές στην τριτοβάθμια κλπ. Ο Γκι Χαουγκ προβλέπει μέχρι και μεταρρύθμιση στους θεσμούς της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (όπως ήδη έγινε στην Ελλάδα με την ανωτατοποίηση), αλλά πιθανά και συνταγματικές αλλαγές…

Παρόλα αυτά το πρόβλημα με την παρεξήγηση που προέκυψε στην Ελλάδα, κατά τον γραμματέα του Υπουργείου, είναι ότι οι Ιταλοί διοργανωτές δεν φρόντισαν να καταγράψουν τις κολοσσιαίες «επιφυλάξεις» κάποιων Υπουργών Παιδείας στη σύνοδο της Μπολόνια, «με αποτέλεσμα να μην είναι αυτές γνωστές παρά μόνο σε όσους συμμετείχαν στην όλη διαδικασία»… Τόσο καλά. Ο ίδιος ο γραμματέας του Υπουργείου φάσκει και αντιφάσκει όταν από τη μια ιδροκοπά να αποδείξει το μη-υποχρεωτικό της Μπολόνια, από την άλλη αποκαλύπτει το πού έγραψαν οι Ιταλοί διοργανωτές -και όχι μόνο αυτοί-, όσους Υπουργούς και χώρες είχαν «επιφυλάξεις». Ίσως να αποκαλύπτει ότι καμιά επιφύλαξη δεν έχουν οι Έλληνες Υπουργοί, απλά υπογράφουν ασυστόλως και μετά εφαρμόζουν τις ευρωπαϊκές εντολές, ψάχνοντας να βρουν εκ των υστέρων προσχήματα. Ως γνωστόν άλλωστε, η ελληνική κυβέρνηση αποδέχεται πανηγυρτζίδικα κάθε φορά τις αποφάσεις της ΕΕ και άλλων μεγάλων. Ας θυμηθούμε και τον τσακωμό για το αν η προσυπογραφή της ελληνικής κυβέρνησης των βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία θα ήταν με αστερίσκο ή άνευ. Για ελληνικό βέτο βέβαια ούτε λόγος μπροστά σε ΕΕ και ΝΑΤΟ.

Το αν πρόκειται για δεσμευτική πράξη ή όχι η διακήρυξη της Μπολόνια φανερώνεται άλλωστε κι από τις εκθέσεις απολογητικές που συντάσσουν κάθε τόσο τα κράτη-μέλη προς την Ε.Ε. και αναφέρουν την πρόοδο στο θέμα αυτό. Η ελληνική έκθεση τον Ιούνη 2000 είναι ενδεικτική του άγχους και της αγωνίας να πείσουν οι έλληνες εντεταλμένοι τους «εταίρους μας», ότι με όλες τους τις δυνάμεις προσπαθούν να μεταπείσουν την καθυστερημένη Ελλάδα και να αποτρέψουν τις αντιδράσεις που έχουν γεννηθεί…

 

Τα ψέματα Ελλήνων για το μη-υποχρεωτικό της Μπολόνια έρχονται απλά να επιβεβαιώσουν 100% τον υποχρεωτικό καταναγκασμό. Οι αυστηρές επαναφορές από τους Ευρωπαίους στην τάξη όσων καθυστερούν ή το παίζουν με τις «εθνικές ιδιαιτερότητες» των Πανεπιστημίων τους, απλά αποκαλύπτει τις σχέσεις κυριαρχίας και υποτέλειας μέσα στην Ε.Ε. Πολύ περισσότερο όταν είναι διαπιστωμένη η θέληση και η πολιτική δέσμευση των κυβερνήσεων και των υπουργών να προχωρήσουν σε αυτή την κατεύθυνση. Η εκστρατεία παραπληροφόρησης και παραχάραξης της πραγματικότητας, η προσπάθεια να παρουσιαστεί λιγότερο επώδυνη από όσο πραγματικά είναι, βρίσκει απέναντί της τα ίδια τα γεγονότα, τις αποφάσεις, τις δηλώσεις, τις διακηρύξεις. Από εκεί και πέρα μένει μόνο η πολιτική απατεωνιά του στυλ: «άλλο διακήρυξη, άλλο απόφαση», «άλλο δήλωση και άλλο πολιτική».


blog comments powered by Disqus